Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
God's gift
01
δώρο του Θεού, δώρο του ουρανού
someone or something that is considered to be exceptionally talented, valuable, or desirable
Παραδείγματα
He often jokes that his good looks make him god's gift to women, though most find it amusing rather than arrogant.
Συχνά αστειεύεται ότι η ωραία του εμφάνιση τον κάνει δώρο του Θεού για τις γυναίκες, αν και οι περισσότεροι το βρίσκουν διασκεδαστικό παρά αλαζονικό.



























