broad-based
Pronunciation
/bɹˈɔːdbˈeɪst/

Ορισμός και σημασία του "broad-based"στα αγγλικά

broad-based
01

ευρεία βάση, ολοκληρωμένος

having a wide or comprehensive range or scope
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broad-based
συγκριτικός βαθμός
more broad-based
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Broad-based changes in the company ’s structure are expected to improve efficiency.
Αναμένεται ότι οι ευρείας βάσης αλλαγές στη δομή της εταιρείας θα βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store