broad-based
broad
brɔ:d
brawd
based
beɪst
beist

Ορισμός και σημασία του "broad-based"στα αγγλικά

broad-based
01

ευρεία βάση, ολοκληρωμένος

having a wide or comprehensive range or scope 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broad-based
συγκριτικός βαθμός
more broad-based
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company adopted a broad-based strategy to expand into international markets. 

Η εταιρεία υιοθέτησε μια ευρεία βάση στρατηγική για να επεκταθεί στις διεθνείς αγορές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store