drops
drops
drɒps
drops
dross

Ορισμός και σημασία του "drops"στα αγγλικά

01

σταγόνες, υγρό φάρμακο

a liquid medication that is administered in small quantities, typically using a dropper or similar device 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
drops
Παραδείγματα
The doctor prescribed antibiotic drops for the ear infection. 

Ο γιατρός συνέταξε αντιβιοτικές σταγόνες για τη λοίμωξη του αυτιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store