Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to borrow
01
δανείζομαι, χρησιμοποιώ προσωρινά
to use or take something belonging to someone else, with the idea of returning it
Transitive: to borrow sth | to borrow sth from sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
borrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
borrows
ενεστώτα μετοχή
borrowing
απλός αόριστος
borrowed
παθητική μετοχή
borrowed
Παραδείγματα
Can I borrow your umbrella? It's raining outside, and I left mine at home.
Μπορώ να δανειστώ την ομπρέλα σου; Βρέχει έξω και άφησα τη δική μου στο σπίτι.
02
δανείζομαι, εμπνέομαι από
to take or adopt external elements into one's own expression or creation
Transitive: to borrow external elements from sth
Παραδείγματα
Shakespeare borrowed many plot elements from existing stories for his plays.
Ο Σαίξπηρ δανείστηκε πολλά στοιχεία πλοκής από υπάρχουσες ιστορίες για τα έργα του.
Λεξικό Δέντρο
borrower
borrowing
borrow



























