stolen
sto
ˈstəʊ
stew
len
lən
lēn
stolonstollen

Ορισμός και σημασία του "stolen"στα αγγλικά

01

κλεμμένος, κλαπείς

(of a person's posessession) taken without the owner's permission 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stolen
συγκριτικός βαθμός
more stolen
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She reported her stolen wallet to the police. 

Αναφέρθηκε η κλεμμένη τσάντα της στην αστυνομία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store