edamame
e
ˌɛ
e
da
ma
ˈmɑ:
maa
me
meɪ
mei

Ορισμός και σημασία του "edamame"στα αγγλικά

01

εδαμάμε, νέα φασόλια σόγιας ακόμα στα κοτσάνια τους

young soybeans still in their pods that are boiled or steamed and often served as a healthy and tasty snack 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
edamame
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store