jeon
jeon
ʤʌn
jan

Ορισμός και σημασία του "jeon"στα αγγλικά

01

τζιον, ένα κορεάτικο πιάτο που παρασκευάζεται με τηγάνισμα ή τηγάνισμα σε βαθύ λάδι συστατικών όπως κρέας

a Korean dish made by pan-frying or deep-frying ingredients such as meat, seafood, or vegetables coated in a flour batter, similar to a pancake or fritter 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jeons

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store