jeremiad
je
ˌʤɛ
je
re
ri
miad
ˈmaɪəd
maied

Ορισμός και σημασία του "jeremiad"στα αγγλικά

01

ιερεμιάδα, παράπονο

a very lengthy and heartbreaking complaint 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jeremiads
Παραδείγματα
The writer's article was a lengthy jeremiad about the decline of moral values in society. 

Το άρθρο του συγγραφέα ήταν μια μακρά ιερεμιάδα για την παρακμή των ηθικών αξιών στην κοινωνία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store