Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Machaca
01
ματσάκα, ένα μεξικανικό πιάτο φτιαγμένο από αποξηραμένο
a Mexican dish made from dried, shredded beef or pork that is typically seasoned with spices
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
machacas
LanGeek



























