Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Macedonian
01
μακεδονικά, η μακεδονική γλώσσα
the Slavic language of modern Macedonia
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02
Μακεδόνας, Μακεδόνισσα
a native or inhabitant of Macedon
macedonian
01
μακεδονικός, σχετικός με τη Μακεδονία
of or relating to Macedonia or its inhabitants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
geography, identity, culture
LanGeek



























