Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to machinate
01
μηχανεύομαι, συνωμοτώ
to secretly make plans, particularly to gain an advantage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
machinate
γ΄ ενικό πρόσωπο
machinates
ενεστώτα μετοχή
machinating
απλός αόριστος
machinated
παθητική μετοχή
machinated
Παραδείγματα
While the negotiations were underway, the executives were machinating to gain an upper hand.
Ενώ οι διαπραγματεύσεις ήταν σε εξέλιξη, οι στελέχη σχεδίαζαν για να κερδίσουν πλεονέκτημα.
02
μηχανεύομαι, σχεδιάζω
arrange by systematic planning and united effort
Λεξικό Δέντρο
machination
machinator
machinate
machine



























