Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Koldskal
01
koldskal, παραδοσιακή δανέζικη κρύα σούπα βουτύρου
a traditional Danish cold buttermilk soup made with buttermilk, eggs, sugar, vanilla, and lemon juice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
koldskåler
LanGeek



























