boracic
bo
ra
ˈræ
cic
sɪk
sik

Ορισμός και σημασία του "boracic"στα αγγλικά

01

βορικός, βορατικός

of or relating to or derived from or containing boron 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02

χωρίς δεκάρα, απένταρος

(Cockney rhyming slang) having little or no money 
αργκό
Παραδείγματα
I can't go out tonight, I'm boracic. 

Δεν μπορώ να βγω απόψε, είμαι απένταρος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store