Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
boracic
01
βορικός, βορατικός
of or relating to or derived from or containing boron
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
χωρίς δεκάρα, απένταρος
(Cockney rhyming slang) having little or no money
αργκό
Παραδείγματα
I can't go out tonight, I'm boracic.
Δεν μπορώ να βγω απόψε, είμαι απένταρος.



























