Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Booze
01
αλκοόλ, ποτό
an alcoholic beverage, especially the type containing high amounts of alcohol
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They enjoyed a few glasses of booze at the bar after work.
Απόλαυσαν μερικά ποτήρια αλκοολούχου ποτού στο μπαρ μετά τη δουλειά.
to booze
01
πίνω αλκοόλ, μεθάω
to drink alcohol, especially in large quantities and often habitually
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
booze
γ΄ ενικό πρόσωπο
boozes
ενεστώτα μετοχή
boozing
απλός αόριστος
boozed
παθητική μετοχή
boozed
Παραδείγματα
After a long week, they decided to booze and unwind at the local pub.
Μετά από μια μακρά εβδομάδα, αποφάσισαν να πίνουν και να χαλαρώσουν στο τοπικό παμπ.
Λεξικό Δέντρο
boozy
booze



























