Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Booze
01
αλκοόλ, ποτό
an alcoholic beverage, especially the type containing high amounts of alcohol
Παραδείγματα
The store specialized in imported and craft booze, catering to enthusiasts and collectors.
Το κατάστημα ειδικευόταν σε εισαγόμενα και χειροποίητα ποτά, εξυπηρετώντας λάτρεις και συλλέκτες.
to booze
01
πίνω αλκοόλ, μεθάω
to drink alcohol, especially in large quantities and often habitually
Παραδείγματα
The bar was filled with people looking to booze and enjoy a lively atmosphere.
Το μπαρ ήταν γεμάτο με ανθρώπους που ήθελαν να πίνουν αλκοόλ και να απολαμβάνουν μια ζωντανή ατμόσφαιρα.



























