booze
Pronunciation
/ˈbuz/

Ορισμός και σημασία του "booze"στα αγγλικά

01

αλκοόλ, ποτό

an alcoholic beverage, especially the type containing high amounts of alcohol
booze definition and meaning
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The store specialized in imported and craft booze, catering to enthusiasts and collectors.
Το κατάστημα ειδικευόταν σε εισαγόμενα και χειροποίητα ποτά, εξυπηρετώντας λάτρεις και συλλέκτες.
to booze
01

πίνω αλκοόλ, μεθάω

to drink alcohol, especially in large quantities and often habitually
to booze definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
booze
γ΄ ενικό πρόσωπο
boozes
ενεστώτα μετοχή
boozing
απλός αόριστος
boozed
παθητική μετοχή
boozed
Παραδείγματα
The bar was filled with people looking to booze and enjoy a lively atmosphere.
Το μπαρ ήταν γεμάτο με ανθρώπους που ήθελαν να πίνουν αλκοόλ και να απολαμβάνουν μια ζωντανή ατμόσφαιρα.

Λεξικό Δέντρο

boozy
booze
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store