raw chocolate
raw
ˈrɔ:
raw
choco
ʧɒk
chok
late
lɪt
lit

Ορισμός και σημασία του "raw chocolate"στα αγγλικά

01

ακατέργαστη σοκολάτα

unprocessed or minimally processed chocolate made from cocoa beans that have not been roasted 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store