Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Styling chair
01
καρέκλα κομμωτή, πολυθρόνα κουρείου
a salon or barbershop chair designed for client comfort during hair styling with adjustable height, swivel capability, and a reclining backrest
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
styling chairs



























