Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bindi
01
bindi, διακοσμητική κουκκίδα στο μέτωπο
a decorative dot worn on the forehead, typically by women in South Asia, symbolizing cultural or religious significance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bindis



























