Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
down-at-heel
01
ατημέλητος, απεριποίητος
having a shabby or unkempt appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most down-at-heel
συγκριτικός βαθμός
more down-at-heel
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His down‑at‑heel shoes told of hard times.
Τα φθαρμένα παπούτσια του μιλούσαν για δύσκολους καιρούς.



























