owl parrot
owl
ˈaʊl
awl
pa
rrot
rɒt
rot

Ορισμός και σημασία του "owl parrot"στα αγγλικά

01

παπαγάλος κουκουβάγια, κακάπο

a large, flightless parrot species native to New Zealand, also known as the kakapo 
owl parrot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
owl parrots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store