Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boob
01
βλάκας, χαζός
a person who acts foolishly or makes silly mistakes, often used informally
Informal
Offensive
Παραδείγματα
You parked there, you boob.
Παρκάρισες εκεί, ανόητος.
02
στήθος, βυζί
either of two soft fleshy milk-secreting glandular organs on the chest of a woman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boobs
to boob
01
κάνω λάθος, κάνω γκάφα
commit a faux pas or a fault or make a serious mistake
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
boob
γ΄ ενικό πρόσωπο
boobs
ενεστώτα μετοχή
boobing
απλός αόριστος
boobed
παθητική μετοχή
boobed



























