Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Boo-boo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
boo-boos
Παραδείγματα
He made a little boo-boo by spilling coffee on the report before the meeting.
Έκανε ένα μικρό λάθος χύνοντας καφέ πάνω στην αναφορά πριν από τη συνάντηση.
02
μικρό τραύμα, μικρή πληγή
a small wound or bruise, often used when talking to children
Παραδείγματα
Let me see your boo-boo, and I’ll put a bandage on it.
Δείξε μου το μπου-μπου σου, και θα βάλω ένα επίδεσμο.



























