open book
o
ˈəʊ
ew
pen
pən
pēn
book
bʊk
book

Ορισμός και σημασία του "open book"στα αγγλικά

01

ανοιχτό βιβλίο, διαφανές πρόσωπο

a person or a thing that is easy to understand or predict 
open book definition and meaning
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open books
Παραδείγματα
I always know when Nina is upset; she's an open book. 

Εκτιμώ πώς είναι πάντα ευθεία και ειλικρινής· είναι σαν ανοιχτό βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store