to  knock  oneself out
knock
nɒk
nok
<i>oneself</i>
wʌnsɛlf
vanself
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "knock oneself out"στα αγγλικά

to knock oneself out
01

κάνε ό, τι θες

*used to tell someone to go ahead and do something 
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
knock
ενεστώτας
knock out
γ΄ ενικό πρόσωπο
knocks out
ενεστώτα μετοχή
knocking out
απλός αόριστος
knocked out
παθητική μετοχή
knocked out
Παραδείγματα
If you want to go through all the files one by one, knock yourself out, but I ain't doing that. 

Αν θέλεις να περάσεις από όλα τα αρχεία ένα-ένα, όπως θέλεις, αλλά εγώ δεν θα το κάνω.

02

ξεπατώνω τον εαυτό μου, κουράζω τον εαυτό μου

*to make oneself very tired by doing work 
Παραδείγματα
I knocked myself out to get the job done on time. 

Ξεκληρίστηκα για να ολοκληρώσω τη δουλειά εγκαίρως.

03

αυτοπροκαλώ λιποθυμία, χάνω τις αισθήσεις μου

*to cause oneself to become unconscious 
Παραδείγματα
He hit his head against the table when he fell and knocked himself out. 

Χτύπησε το κεφάλι του στο τραπέζι όταν έπεσε και αυτοαπενεργοποιήθηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store