Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Goo-goo eyes
01
ερωτευμένα βλέμματα, γλυκά ματάκια
excessively affectionate glances at someone
Dialect
British
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
παλαιά χρήση
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
goo-goo eyes
Παραδείγματα
She kept making goo-goo eyes at him during dinner.
Στο δείπνο τον κοιτούσε συνέχεια ερωτευμένα.



























