Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bombastically
01
με υπερβολικό τρόπο, με πομπώδη τρόπο
in an exaggerated and overblown manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The actor bombastically delivered his lines, drawing both admiration and ridicule.
Ο ηθοποιός παρουσίασε τις ατάκες του με βομβιστικό τρόπο, προκαλώντας και θαυμασμό και γελοιοποίηση.
02
με πομπώδη τρόπο, με μεγαλόπνοο τρόπο
in a turgid manner



























