bombast
bom
ˈbɒm
bom
bast
bæst
bāst

Ορισμός και σημασία του "bombast"στα αγγλικά

01

φλύαρος λόγος, κενή ρητορική

pretentious speech or writing that sounds impressive but lacks real substance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The politician's speech was full of bombast but short on actual policy. 

Η ομιλία του πολιτικού ήταν γεμάτη βομβαστική αλλά φτωχή σε πραγματική πολιτική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bombastic
bombast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store