bombastic
bom
bɒm
bom
bas
ˈbæs
bās
tic
tɪk
tik
sarcasticonomasticinelasticgymnastic

Ορισμός και σημασία του "bombastic"στα αγγλικά

01

πομπώδης, φλύαρος

using inflated or pretentious language that sounds impressive but lacks real substance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bombastic
συγκριτικός βαθμός
more bombastic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
language, style, communication
Παραδείγματα
His bombastic speech was full of grand promises but little detail. 

Η βομβαστική ομιλία του ήταν γεμάτη μεγάλες υποσχέσεις αλλά με λίγες λεπτομέρειες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bombastic
bombast
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store