bombastically
bom
bəm
μπαμ
bas
ˈbæs
μπαισ
tica
tɪk
τικ
lly
li
λι
British pronunciation
/bəmbˈastɪkli/

Ορισμός και σημασία του "bombastically"στα αγγλικά

bombastically
01

με υπερβολικό τρόπο, με πομπώδη τρόπο

in an exaggerated and overblown manner
example
Παραδείγματα
The actor bombastically delivered his lines, drawing both admiration and ridicule.
Ο ηθοποιός παρουσίασε τις ατάκες του με βομβιστικό τρόπο, προκαλώντας και θαυμασμό και γελοιοποίηση.
She bombastically described her vacation, making it sound like an epic adventure.
Περιέγραψε τις διακοπές της με βομβαστική διάθεση, κάνοντάς τες να ακούγονται σαν μια επική περιπέτεια.
02

με πομπώδη τρόπο, με μεγαλόπνοο τρόπο

in a turgid manner
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store