bombardier
Pronunciation
/ˌbɑmbɝˈdɪɹ/

Ορισμός και σημασία του "bombardier"στα αγγλικά

01

βομβαρδιστής, εκτοξευτής βομβών

an individual who is responsible for aiming and releasing bombs with precision during military operations
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bombardiers
Παραδείγματα
Modern militaries no longer rely on human bombardiers but use automated targeting systems to strike with accuracy from high altitude.
Οι σύγχρονες στρατιωτικές δυνάμεις δεν βασίζονται πλέον σε ανθρώπους βομβαρδιστές, αλλά χρησιμοποιούν αυτοματοποιημένα συστήματα στόχευσης για να χτυπήσουν με ακρίβεια από μεγάλο υψόμετρο.
02

βομβαρδιστής, υπαξιωματικός του βρετανικού πυροβολικού

a noncommissioned officer in the British artillery
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store