Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bolster
01
ενισχύω, υποστηρίζω
to enhance the strength or effect of something
Transitive: to bolster strength of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bolster
γ΄ ενικό πρόσωπο
bolsters
ενεστώτα μετοχή
bolstering
απλός αόριστος
bolstered
παθητική μετοχή
bolstered
Παραδείγματα
Recent scientific findings have bolstered the theory that climate change poses severe risks.
Πρόσφατα επιστημονικά ευρήματα έχουν ενισχύσει τη θεωρία ότι η κλιματική αλλαγή θέτει σοβαρούς κινδύνους.
02
ενισχύω, επιστρώνω
to provide extra support or padding to a seat for added comfort
Transitive: to bolster a seat
Παραδείγματα
She bolstered the chair with a soft cushion for more comfort.
Ενίσχυσε την καρέκλα με ένα μαλακό μαξιλάρι για περισσότερη άνεση.
03
ενισχύω, υποστηρίζω
to support or reinforce something using a long, narrow cushion or bolster
Transitive: to bolster sth
Παραδείγματα
She bolstered the pillow with a soft cushion to provide better neck support.
Ενίσχυσε το μαξιλάρι με ένα μαλακό μαξιλάρι για να παρέχει καλύτερη στήριγμα στο λαιμό.
Bolster
01
μακρύ μαξιλάρι, μαξιλάρι υποστήριξης
a long, narrow pillow placed across the head of a bed or beneath regular pillows for support or decoration
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bolsters
Παραδείγματα
She arranged the bolster neatly beneath the pillows.
Τακτοποίησε το μακρύ μαξιλάρι τακτοποιημένα κάτω από τα μαξιλάρια.



























