Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bend one's ear
01
τον ζαλίζει με λόγια, του παίρνει τα αυτιά
to speak to someone who is unwilling to listen for an extended period of time
disapproving
idiom
informal
Παραδείγματα
He bent her ear until she finally walked away.
Τη ζάλιζε με λόγια μέχρι που τελικά έφυγε.



























