Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Misery guts
01
μουρμουρης, αυστηρός μουρμούρης
a person who is unhappy and keeps complaining a lot
Dialect
British
humorous
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misery guts
Παραδείγματα
Do n't be a misery guts; cheer up and smile!
Μην είσαι μουρμούρης· χαμογέλα και ευθυμήσου!



























