tween
Pronunciation
/twiːn/

Ορισμός και σημασία του "tween"στα αγγλικά

01

προεφηβικός, παιδί ηλικίας 8 έως 12 ετών

*** a child who is aged between 8 and 12
tween definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tweens
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store