Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smile on
01
χαμογελώ σε, ευνοείται από
to experience success or good fortune as if one is favored by luck, fate, or a higher power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
smile
ενεστώτας
smile on
γ΄ ενικό πρόσωπο
smiles on
ενεστώτα μετοχή
smiling on
απλός αόριστος
smiled on
παθητική μετοχή
smiled on
Παραδείγματα
Luck seemed to smile on him when he won the lottery unexpectedly.
Η τύχη φαινόταν να χαμογελάει σε αυτόν όταν κέρδισε απροσδόκητα το λαχείο.
02
χαμογελώ σε, δείχνω ευνοϊκή στάση απέναντι σε
to behave favorably and positively toward someone or something
Παραδείγματα
The manager began to smile on employee initiatives, recognizing the valuable contributions they made to the company's innovation and efficiency.
Ο διαχειριστής άρχισε να χαμογελά στις πρωτοβουλίες των υπαλλήλων, αναγνωρίζοντας τις πολύτιμες συνεισφορές που έκαναν στην καινοτομία και την αποτελεσματικότητα της εταιρείας.



























