Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to smite
01
χτυπώ βίαια, κοπανώ
inflict a heavy blow on, with the hand, a tool, or a weapon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
smite
γ΄ ενικό πρόσωπο
smites
ενεστώτα μετοχή
smiting
απλός αόριστος
smote
παθητική μετοχή
smitten
02
χτυπώ, τιμωρώ
cause physical pain or suffering in
03
χτυπώ, συγκινώ βαθιά
affect suddenly with deep feeling



























