Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fast-track
01
επιταχυνόμενος, γρήγορος
taking place or progressing faster than usual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most fast-track
συγκριτικός βαθμός
more fast-track
διαβαθμίσιμο



























