Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pike on
[phrase form: pike]
01
αθετώ, απογοητεύω
to disappoint someone by not fulfilling a commitment or promise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
pike
ενεστώτας
pike on
γ΄ ενικό πρόσωπο
pikes on
ενεστώτα μετοχή
piking on
απλός αόριστος
piked on
παθητική μετοχή
piked on
Παραδείγματα
We were hoping to finish the project this weekend, but half the team piked on us.
Ελπίζαμε να ολοκληρώσουμε το έργο αυτό το Σαββατοκύριακο, αλλά οι μισοί από την ομάδα μας απογοητεύσαν.



























