pilchard
pil
ˈpɪl
pil
chard
ʧəd
chēd

Ορισμός και σημασία του "pilchard"στα αγγλικά

01

σαλπα, μικρό θαλάσσιο ψάρι που ζει σε κοπάδια

a small forage fish that is edible and lives in marine waters, forming large shoals 
pilchard definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pilchards
02

σαλπάρι, σαλπαρού

small fatty fish usually canned 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store