Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pike on
01
αθετώ, απογοητεύω
to disappoint someone by not fulfilling a commitment or promise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
pike
ενεστώτας
pike on
γ΄ ενικό πρόσωπο
pikes on
ενεστώτα μετοχή
piking on
απλός αόριστος
piked on
παθητική μετοχή
piked on
Παραδείγματα
He said he'd join us for the hike, but he piked on at the last moment.
Είπε ότι θα μας συνόδευε στην πεζοπορία, αλλά την τελευταία στιγμή μας απογοήτευσε.



























