Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Replayability
01
επανεκπαιξιμότητα, αξία επανάληψης
(particularly of a computer game or music) worthy of playing more than once
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The movie was n't that good, but it has replayability since I can watch it over and over without getting bored.
Η ταινία δεν ήταν τόσο καλή, αλλά έχει αναπαραγωγιμότητα αφού μπορώ να την παρακολουθώ ξανά και ξανά χωρίς να βαριέμαι.
Λεξικό Δέντρο
replayability
replayable
playable
play



























