Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to frag
01
φράγκαρε, εξοντώνω
to kill an enemy in a shooting game
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
frag
γ΄ ενικό πρόσωπο
frags
ενεστώτα μετοχή
fragging
απλός αόριστος
fragged
παθητική μετοχή
fragged



























