Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skip out
01
αποφεύγω, παραλείπω
to avoid attending an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
skip
ενεστώτας
skip out
γ΄ ενικό πρόσωπο
skips out
ενεστώτα μετοχή
skipping out
απλός αόριστος
skipped out
παθητική μετοχή
skipped out
Παραδείγματα
They made a pact to skip out on the family gathering and spend the weekend on their own.
Έκαναν ένα σύμφωνο να παραλείψουν την οικογενειακή συνάντηση και να περάσουν το σαββατοκύριακο μόνοι τους.
02
ξεφεύγω, εγκαταλείπω
to not keep a promise and abandon one's responsibilities or commitments
Παραδείγματα
The employee skipped out on the company training session, leaving the rest of the team unprepared.
Ο εργαζόμενος απέφυγε τη συνεδρία εκπαίδευσης της εταιρείας, αφήνοντας την υπόλοιπη ομάδα απροετοίμαστη.



























