Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to skip out
01
αποφεύγω, παραλείπω
to avoid attending an event
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
skip
ενεστώτας
skip out
γ΄ ενικό πρόσωπο
skips out
ενεστώτα μετοχή
skipping out
απλός αόριστος
skipped out
παθητική μετοχή
skipped out
Παραδείγματα
She decided to skip out on the company meeting to avoid a lengthy discussion.
Αποφάσισε να παραλείψει τη συνεδρίαση της εταιρείας για να αποφύγει μια μεγάλη συζήτηση.
02
ξεφεύγω, εγκαταλείπω
to not keep a promise and abandon one's responsibilities or commitments
Παραδείγματα
He promised to help with the project, but he decided to skip out when the work became challenging.
Υποσχέθηκε να βοηθήσει με το έργο, αλλά αποφάσισε να τα παρατήσει όταν η εργασία έγινε δύσκολη.



























