Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay by
01
αποταμιεύω, αφήνω στην άκρη
to put something aside for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay by
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays by
ενεστώτα μετοχή
laying by
απλός αόριστος
laid by
παθητική μετοχή
laid by
Παραδείγματα
I'm trying to lay some money by for a down payment on a house.
Προσπαθώ να αποταμιεύσω λίγα χρήματα για μια προκαταβολή για ένα σπίτι.
02
παραμένω, μένω ακίνητος
(of a ship) to stay in one place while facing the wind
Παραδείγματα
The ship had to lay by for a while to wait for the storm to pass.
Το πλοίο έπρεπε να παραμείνει ακίνητο για κάποιο διάστημα για να περιμένει να περάσει η καταιγίδα.
03
αφήνω στην άκρη, πετώ
to discard something that is no longer needed or useful
Παραδείγματα
In the attic, they laid by the worn-out furniture to make space for new items.
Στο σοφίτα, άφησαν τα φθαρμένα έπιπλα για να κάνουν χώρο για νέα αντικείμενα.



























