Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lay by
[phrase form: lay]
01
αποταμιεύω, αφήνω στην άκρη
to put something aside for future use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
lay
ενεστώτας
lay by
γ΄ ενικό πρόσωπο
lays by
ενεστώτα μετοχή
laying by
απλός αόριστος
laid by
παθητική μετοχή
laid by
Παραδείγματα
The library is laying some books by for future generations.
Η βιβλιοθήκη αφήνει στην άκρη κάποια βιβλία για τις μελλοντικές γενιές.
02
παραμένω, μένω ακίνητος
(of a ship) to stay in one place while facing the wind
Παραδείγματα
The sailors are laying by until visibility improves.
Οι ναυτικοί παραμένουν ακίνητοι μέχρι να βελτιωθεί η ορατότητα.
03
αφήνω στην άκρη, πετώ
to discard something that is no longer needed or useful
Παραδείγματα
She laid torn clothes by, deciding it was time to update her wardrobe.
Απέθεσε σκισμένα ρούχα, αποφασίζοντας ότι ήταν ώρα να ενημερώσει τη γκαρνταρόμπα της.



























