Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go up for
[phrase form: go]
01
είναι διαθέσιμο για, μπαίνει σε πώληση για
to be available for something, such as a role, position, or sale
Παραδείγματα
The property went up for bid after the owner decided to sell.
Το ακίνητο τέθηκε σε πλειστηριασμό αφού ο ιδιοκτήτης αποφάσισε να πουλήσει.
02
ζητώ την απόφαση του διαιτητή, επικαλούμαι τον διαιτητή
to formally request the umpire's decision on whether the batsman should be declared out
Παραδείγματα
They went up for a stumping appeal when the batsman's foot briefly left the crease.
Ανέβηκαν για μια έφεση stumping όταν το πόδι του μπατσμαν άφησε για λίγο την κρέτα.



























