Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go up for
01
είναι διαθέσιμο για, μπαίνει σε πώληση για
to be available for something, such as a role, position, or sale
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up for
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go up for
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes up for
ενεστώτα μετοχή
going up for
απλός αόριστος
went up for
παθητική μετοχή
gone up for
Παραδείγματα
The house will go up for auction next month.
Το σπίτι θα τεθεί σε δημοπρασία τον επόμενο μήνα.
02
ζητώ την απόφαση του διαιτητή, επικαλούμαι τον διαιτητή
to formally request the umpire's decision on whether the batsman should be declared out
Παραδείγματα
They went up for a caught-behind, believing there was an edge from the batsman's bat.
Ανέβηκαν για ένα πιάσιμο-πίσω, πιστεύοντας ότι υπήρχε μια άκρη από το ρόπαλο του μπατσμαν.



























