Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win through
[phrase form: win]
01
νικώ, υπερνικώ
to achieve success after putting in persistent effort and overcoming challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win through
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins through
ενεστώτα μετοχή
winning through
απλός αόριστος
won through
παθητική μετοχή
won through
Παραδείγματα
The community won through by coming together in times of crisis.
Η κοινότητα επιβίωσε ενώνοντας τις δυνάμεις της σε καιρούς κρίσης.



























