Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to win through
01
νικώ, υπερνικώ
to achieve success after putting in persistent effort and overcoming challenges
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
through
βασικό ρήμα
win
ενεστώτας
win through
γ΄ ενικό πρόσωπο
wins through
ενεστώτα μετοχή
winning through
απλός αόριστος
won through
παθητική μετοχή
won through
Παραδείγματα
The team won through despite being the underdog in the competition.
Η ομάδα πέτυχε παρά το γεγονός ότι ήταν το αουτσάιντερ στον διαγωνισμό.



























