to soldier on
sol
ˈsəʊl
sewl
dier
ʤə
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "soldier on"στα αγγλικά

to soldier on
01

συνεχίζω παρά τις δυσκολίες, προχωρώ

to continue moving forward despite obstacles, challenges, or difficulties 
to soldier on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
soldier
ενεστώτας
soldier on
γ΄ ενικό πρόσωπο
soldiers on
ενεστώτα μετοχή
soldiering on
απλός αόριστος
soldiered on
παθητική μετοχή
soldiered on
Παραδείγματα
In the face of criticism, he determined to soldier on and pursue his passion for art. 

Αντιμέτωπος με τις κριτικές, αποφάσισε να συνεχίσει και να ακολουθήσει το πάθος του για την τέχνη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store