Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to soldier on
01
συνεχίζω παρά τις δυσκολίες, προχωρώ
to continue moving forward despite obstacles, challenges, or difficulties
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
soldier
ενεστώτας
soldier on
γ΄ ενικό πρόσωπο
soldiers on
ενεστώτα μετοχή
soldiering on
απλός αόριστος
soldiered on
παθητική μετοχή
soldiered on
Παραδείγματα
In the face of criticism, he determined to soldier on and pursue his passion for art.
Αντιμέτωπος με τις κριτικές, αποφάσισε να συνεχίσει και να ακολουθήσει το πάθος του για την τέχνη.



























