to relate to
Pronunciation
/ɹɪlˈeɪt tuː/

Ορισμός και σημασία του "relate to"στα αγγλικά

to relate to
[phrase form: relate]
01

συνδέομαι με, καταλαβαίνω

to feel a connection or understanding with someone or something
Transitive: to relate to someone's feelings
to relate to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
relate
ενεστώτας
relate to
γ΄ ενικό πρόσωπο
relates to
ενεστώτα μετοχή
relating to
απλός αόριστος
related to
παθητική μετοχή
related to
Παραδείγματα
As a parent, she can relate to the challenges of raising a toddler.
Ως γονέας, μπορεί να συσχετιστεί με τις προκλήσεις της ανατροφής ενός νηπίου.
02

σχετίζομαι με, έχω σχέση με

to be connected to or about a particular subject
Transitive: to relate to a subject
Παραδείγματα
The training program will relate to the essential skills required for the job.
Το πρόγραμμα εκπαίδευσης θα σχετίζεται με τις βασικές δεξιότητες που απαιτούνται για τη δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store