Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to pile out
01
βγαίνουν βιαστικά, κατεβαίνουν ατακτικά
to quickly exit a place or vehicle, often without order
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
pile
ενεστώτας
pile out
γ΄ ενικό πρόσωπο
piles out
ενεστώτα μετοχή
piling out
απλός αόριστος
piled out
παθητική μετοχή
piled out
Παραδείγματα
As the rain started pouring, people piled out of the park, seeking shelter.
Καθώς η βροχή άρχισε να πέφτει καταρρακτωδώς, οι άνθρωποι βγήκαν βιαστικά από το πάρκο, ψάχνοντας καταφύγιο.



























